Γράφει η Ηρώ Ζουμποπούλου Ψυχαναλύτρια Λακανικού Προσανατολισμού
Λαμβάνοντας χειροκρότημα διάρκειας 17 λεπτών στο φεστιβάλ της Βενετίας, μεταξύ άλλων σπουδαίων διακρίσεων, η πρώτη αγγλόφωνη ταινία του Αλμοδόβαρ αποτελεί ωδή στην αξιακή ανωτερότητα της φιλίας, στη γυναικεία ομορφιά αποσυνδεδεμένη από στερεότυπα, στη σημασία του να είσαι εκεί για τον Άλλον όταν ο ίδιος δοκιμάζεται, με κύριο φόντο την απόφαση ενός ανθρώπου να αποχωρήσει οικειοθελώς από την ζωή όντας σε τελικό στάδιο του καρκίνου. Αναπτυσσόμενη η Ψυχανάλυση ανεξάρτητα, αλλά βρισκόμενη παράλληλα σε συνάφεια με άλλους τόπους όπως το Σινεμά, θα αξιοποιήσουμε την δύναμη των ψυχαναλυτικών εννοιών, ώστε να φωτίσουμε κομβικά σημεία του εν λόγω κινηματογραφικού αριστουργήματος.
Η Μάρθα είναι πολεμική ανταποκρίτρια με τη δική της σφραγίδα στην αμερικανική δημοσιογραφία και βρίσκεται πολύ σοβαρά νοσηλευόμενη. Η Ίνγκριντ, πετυχημένη συγγραφέας την ημέρα της παρουσίασης του νέου της βιβλίου μαθαίνει τυχαία πως η παλιά της φίλη, Μάρθα, είναι άρρωστη. Χωρίς η πρώτη να προσπερνά το τυχαίο αυτό γεγονός επισκέπτεται την Μάρθα στο νοσοκομείο με αποτέλεσμα την επανένωσή τους και την αναθέρμανση μιας παλιάς φιλίας.
Εξερχόμενη του νοσοκομείου η Μάρθα εκμυστηρεύεται στην Ίνγκριντ το σχέδιό της. Έχει αποφασίσει να πεθάνει με την βοήθεια ενός χαπιού που προμηθεύτηκε από το darknet και ζητάει από την Ίνγκριντ να την συνοδεύσει στις τελευταίες της μέρες σε ένα σπίτι που νοίκιασε έξω από την Νέα Υόρκη, όπου σκοπεύει να πάρει το χάπι. Παρόλο που η Ίνγκριντ στην αρχή είναι επιφυλακτική, στην πορεία δέχεται, σε αντίθεση με άλλες φίλες της Μάρθα.
Χαρακτηριστικό στοιχείο της ταινίας είναι όχι μόνο η εκρηκτική χρωματική παλέτα του Αλμοδοβαρικού σύμπαντος αλλά και η παρουσία ενός απαράμιλλου στυλ που σφραγίζει το μακιγιάζ, τα ρούχα, την αρχιτεκτονική του σπιτιού. Ο ρόλος όμως του στυλ εν προκειμένω, περιορίζεται μόνο στα παραπάνω;
Η Μάρθα, όντας πολεμική ανταποκρίτρια, καθόλου τυχαία επιλογή αναφορικά με το παρελθόν της, υπήρξε μάρτυρας του φρικτού του πολέμου και έχοντας πάρει την απόφαση ζητάει από την Ίνγκριτ να γίνει μάρτυρας του τέλους της και επομένως της υποκειμενικότητας και της ιστορίας της. Η Ίνγκριντ από την πλευρά της φοβάται τον θάνατο με το τελευταίο της βιβλίο να διαπραγματεύεται το συγκεκριμένο θέμα. Το παραπάνω όμως δεν την εμποδίζει να πάρει τη γενναία απόφαση να σταθεί δίπλα στη Μάρθα χωρίς να προσπαθεί να την μεταπείσει, χωρίς να ηθικολογεί και κυρίως χωρίς να την κρίνει. Η Ίνγκριτ θα λέγαμε ενσαρκώνει εκπληκτικά τον Λακανικό ορισμό της αγάπης : « Δίνει αυτό που δεν έχει».
Αν η εποχή του Φρόιντ ήταν η εποχή των ισχυρών απαγορεύσεων και των επακόλουθων απωθήσεων το καθεστώς της εποχής μας είναι η ανυπαρξία του Άλλου με συμπαρομαρτούσα τη σύγχρονη δυσφορία. Με άλλα λόγια, οι μεγάλες αφηγήσεις έχουν καταρρεύσει, τα ιδανικά έχουν ξεφτίσει, η αλληλεγγύη και η συνέπεια βρίσκονται σε αφανισμό, τίποτα δεν είναι στην θέση του καθώς η ίδια η έννοια της θέσης έχει απωλεσθεί. Σε μια εποχή λοιπόν όπου ο Άλλος δεν υπάρχει, το να είσαι εκεί για τον Άλλον, εξανθρωπίζει την κοινωνία, δίνει πίσω στην ανθρωπότητα τη χαμένη αξιοπρέπειά της.
Κατά την άφιξη τους στο σπίτι, έξω από την Νέα Υόρκη, η Μάρθα διαπίστωσε πως ξέχασε το χάπι ευθανασίας και αναγκάζονται να επιστρέψουν για να το πάρουν. Η Ίνγκριντ της επισημαίνει με ψυχαναλυτική στόφα ότι η πράξη της δεν ήταν τυχαία. Ενώ η Μάρθα αρνείται να το ακούσει, δεν θέλει να ξέρει, η καλλιτεχνική ιδιοφυία του Αλμοδόβαρ θέτει επί σκηνής το διχασμό της Μάρθας. Παρόλο που δηλώνει πως θέλει να πεθάνει, η παραπραξία της Μάρθας φανερώνει την ασυνείδητη επιθυμία της. Μέσα της πάλλεται η αμφιθυμία, σιγοβράζει ακόμη η φλόγα της ζωής. Σύμφωνα με την Ψυχανάλυση, το «θέλω» και το «επιθυμώ» δεν συμπίπτουν απαραίτητα.
Η Μάρθα πεθαίνει χωρίς να είναι η Ίνγκριντ στο διπλανό δωμάτιο, φορώντας ένα εκτυφλωτικό κίτρινο κοστούμι και κόκκινο κραγιόν. Με άλλα λόγια πεθαίνει με στυλ, το δικό της στυλ. Ψυχαναλυτικά μιλώντας, το στυλ έχει πολλές προσδιορίζουσες. Εδώ όμως, το αμίμητο στυλ του Αλμοδόβαρ είναι ο συνθωματικός τρόπος, το know-how του να επεξεργαστεί το αδιανόητο, το αμετάκλητο, το ωμό του θανάτου.
Η cutting edge ψυχανάλυση στρέφει το βλέμμα της από το σύμπτωμα στο σύνθωμα. Δεν στοχεύει απαραίτητα να εκριζώσει το σύμπτωμα αλλά να βοηθήσει τον κάθε άνθρωπο να κάνει μια καλή χρήση του συμπτώματός του, δηλαδή να πληρώνει ένα λιγότερο καταστροφικό τίμημα γι’ αυτό που στον ίδιο δεν λειτουργεί. Με άλλα λόγια, στην ψυχανάλυση καλείται ο καθένας και η καθεμία να καινοτομήσουν κατασκευάζοντας το δικό τους know-how (savoir y faire) για το ξεχωριστό τους ανυπόφορο.










